Το φετινό Κρατικό Βραβείο του 2025, στην κατηγορία Λογοτεχνία για Μεγάλα Παιδιά και Εφήβους, απονεμήθηκε στην Άννα Κουππάνου για το έργο της «Όταν μας άφησε η θάλασσα», μια ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα από την Κύπρο του 1974, από τις εκδόσεις Πατάκη, το οποίο κυκλοφόρησε το 2024. Στο «Όταν μας άφησε η θάλασσα», η Άννα Κουππάνου γράφει μια ιστορία που χτυπά κατευθείαν στην καρδιά των εφήβων: απώλεια, φόβος, δύναμη, επιβίωση. Μιλήσαμε με τη συγγραφέα για το πώς ένα βιβλίο μπορεί να γίνει συντροφιά σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής — και γιατί η λογοτεχνία για νέους δεν χρειάζεται να «προστατεύει», αλλά να εμπιστεύεται.
Θίγετε έντονα ζητήματα πένθους και τραύματος. Πώς προσεγγίσατε την ευαλωτότητα των ηρώων χωρίς να την εκμεταλλευτείτε;Το να αφήσεις κάτι στη σιωπή και στο περιθώριο δεν ισοδυναμεί με σεβασμό. Αυτή η μη αναγνώριση ότι κάποιος έζησε ένα τραυματικό γεγονός οδηγεί σε περαιτέρω εσωτερίκευση και όξυνση, καθώς και ενοχή για το τραύμα. Μπορεί, επίσης να οδηγήσει σε απαξίωση και αποσιώπηση συγκεκριμένων ανθρώπινων εμπειριών, που συχνά ανήκουν σε περιθωριοποιημένες ομάδες.
Για εμένα, λοιπόν, το ζητούμενο σε αυτό το βιβλίο ήταν να δημιουργήσω έναν μυθοπλαστικό κόσμο γύρω από τις πραγματικές ιστορίες των ασυνόδευτων παιδιών του 1974, με τρόπο που να σέβεται την πολυπλοκότητα των βιωμάτων τόσο των πρωταγωνιστριών όσο και των πρωταγωνιστών, την υποκειμενικότητα της καθεμιάς και του καθενός, καθώς και την ακρίβεια των μαρτυριών.
Η πρόθεσή μου δεν ήταν να αναπαραστήσω το τραύμα από ιστοριογραφική σκοπιά, ούτε –ακόμη χειρότερα– να το χρησιμοποιήσω ως θέαμα, αλλά να προσεγγίσω με σεβασμό το ανθρώπινο βίωμα κάθε κοριτσιού και κάθε αγοριού που εμπλέκεται σε αυτές τις ιστορίες. Με αυτή την προοπτική, η ευαλωτότητα των παιδιών δεν έγινε εργαλείο πλοκής, αλλά σημείο έρευνας, κατανόησης, καταγραφής, αναγνώρισης και σεβασμού.
Πόσο πολιτικό είναι τελικά το βιβλίο; Κι αν είναι, πού ακριβώς κρύβεται η πολιτική του διάσταση αν αυτή υπάρχει και δεν είναι απλά ένα αφήγημα;Πιστεύω ότι το βιβλίο είναι πολιτικό, αλλά με έναν τρόπο που εκφράζεται περισσότερο μέσα από την αφήγηση παρά μέσα από εμφανείς δηλώσεις ή μια διάθεση καθοδήγησης προς συγκεκριμένα μηνύματα. Η πολιτική του διάσταση βρίσκεται στην επιλογή των οπτικών: επικεντρώνεται στα πιο ευάλωτα μέλη μιας κοινότητας, στα παιδιά, και επιχειρεί να συμπεριλάβει όσο το δυνατόν περισσότερες ομάδες παιδιών.
Υπάρχει επίσης ιδιαίτερη έμφαση στην κοριτσίστικη προοπτική, καθώς τα κορίτσια αποτελούν μια ομάδα ακόμη πιο ευάλωτη σε συνθήκες πολέμου. Ταυτόχρονα, δίνεται βάρος στις δυναμικές της γυναικείας και κοριτσίστικης φιλίας – στις συμμαχίες που δημιουργούνται σε μικροκλίμακα, ώστε μια μικρή συλλογικότητα να μπορεί να στηρίξει τα μέλη της να επιβιώσουν και να ευημερήσουν. Πράγματι, τα κορίτσια της ιστορίας βρίσκουν καταφύγιο και δημιουργούν κάτι σημαντικό μέσα σε μια κουζίνα οικοτροφείου, και μέσα από τη φιλία τους ενδυναμώνονται και χτίζουν τη ζωή τους.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι η επιλογή ενός κοριτσιού ως πρωταγωνίστριας είναι από μόνη της μια πολιτική χειρονομία – μια μικρή διεκδίκηση χώρου μέσα σε μια ιστορία που συνήθως αρθρώνεται από ενήλικες άντρες. Αυτή η απόφαση δεν ήταν τυχαία. Ήθελα να τιμήσω τον τρόπο που η ιστορία έφτασε σε εμένα, μέσα από την αφήγηση μιας φίλης, της οποίας η θεία ήταν ένα από τα ασυνόδευτα παιδιά, αλλά και να αναδείξω το γεγονός ότι οι γυναικείες και παιδικές εμπειρίες του ’74 συχνά χάνονται από τις κυρίαρχες αφηγήσεις της Ιστορίας, δημιουργώντας μια παράδοση ανείπωτου.
Τι θέλατε να «μείνει» στον αναγνώστη όταν κλείσει την τελευταία σελίδα;Αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Κάθε αναγνώστρια και κάθε αναγνώστης προβάλλει ένα μέρος του εαυτού της ή του εαυτού του στην ιστορία και στο τέλος δημιουργεί κάτι που είναι, σε μεγάλο βαθμό, προσωπικό.
Εγώ, ως αναγνώστρια, βίωσα μέσα από το βιβίο ένα αίσθημα συμπόνιας, που στην καθημερινότητα μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτική πράξη, γιατί δίνει δύναμη σε άτομα που δεν την έχουν την παρούσα στιγμή. Τους παραχωρεί χώρο για να σταθούν και να συλλογιστούν γύρω από την ταυτότητα και τη βιογραφία τους. Γράφοντας, συνειδητοποίησα ότι αυτή η συμπόνια ήταν κάτι που ένιωσα και εγώ – μια ανάγκη να κοιτάξω το παρελθόν με κατανόηση και τρυφερότητα, ακόμη και τον δικό μου παιδικό εαυτό.
Αν όμως ήθελα να μείνει κάτι, αυτό θα ήταν η δύναμη της παιδικότητας: η παράδοξη ικανότητα των παιδιών να αντέχουν, να επινοούν και να μετατρέπουν τον πόνο σε παιχνίδι, φαντασία και ζωή. Ελπίζω η αναγνώστρια και ο αναγνώστης να κλείσουν το βιβλίο με την επίγνωση ότι ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες ιστορίες υπάρχει φως, ανθεκτικότητα και η επιμονή του ατόμου — και ίσως, ειδικότερα του παιδιού — να επιβιώνει και να ξαναφτιάχνει τον εαυτό του. Μια επιμονή που αποκαλύπτει μια μορφή εμπροθετικότητας, την οποία συχνά αποδίδουμε αποκλειστικά στον/στην ενήλικα.
Η γλώσσα σας είναι συχνά ποιητική και αισθητηριακή. Πώς χτίζετε αυτή την ατμόσφαιρα;Η ποιητική και αισθητηριακή γλώσσα προέκυψε από το γεγονός ότι ο/η εννοούμενος/η αναγνώστης/αναγνώστρια – αλλά και η αφηγήτρια της ιστορίας – είναι παιδιά. Τα παιδιά συνήθως δεν προσεγγίζουν τον κόσμο αφηρημένα ή εννοιολογικά (αν και μπορούν να το κάνουν). Τον νιώθουν μέσα από τις αισθήσεις τους. Ο κόσμος για εκείνα είναι απτός: χρώματα, μυρωδιές, μικρές λεπτομέρειες που δείχνουν τεράστιες. Έτσι, καθώς έγραφα, προσπαθούσα να δω τον κόσμο όπως ενδέχεται να τον βλέπουν τα παιδιά — μέσα από εικόνες, αίσθηση, ρυθμό. Έμπαινα λοιπόν μέσα στη σκηνή και παρατηρούσα.
Ήθελα να ισορροπήσω ανάμεσα στην ποιητικότητα που συχνά συνοδεύει τον παιδικό τρόπο αντίληψης και στην αμεσότητα της εμπειρίας των παιδιών. Γιατί για τα παιδιά, το τραύμα, ο φόβος ή η χαρά δεν εκφράζονται θεωρητικά: εκδηλώνονται με το σώμα, την κίνηση, το βλέμμα και στην αίσθηση του χώρου. Αυτή η υλικότητα και η ενσώματη διάσταση της παιδικής εμπειρίας διαμόρφωσε και τον τόνο της αφήγησης.
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο θεραπείας ή κατανόησης των τραυμάτων;Δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία είναι η λύση για όλα, αλλά η έρευνα γύρω από το expressive writing και το life-writing δείχνει καθαρά πως τόσο η ανάγνωση όσο και η γραφή μπορούν να έχουν βαθιά θεραπευτική επίδραση. Όταν γράφουμε ή διαβάζουμε για τον πόνο και το τραύμα, κάτι μετακινείται: το βίωμα αποκτά νέα μορφή και το άτομο που το έζησε μετατοπίζεται από τον ρόλο εκείνης/εκείνου που το βίωσε στον ρόλο εκείνης/εκείνου που το παρατηρεί. Για λίγο, ίσως, γίνεται μάρτυρας των γεγονότων.
Αυτή η μετατόπιση έχει μεγάλη δύναμη. Το τραύμα δεν σβήνει, αλλά αποκτά νέο νόημα, πλαίσιο, αφηγηματική δομή. Το άτομο βλέπει τον εαυτό του όχι μόνο ως εκείνη/εκείνον που πληγώθηκε, αλλά και ως εκείνη/εκείνον που μπόρεσε να μιλήσει για το τραύμα και να το παρατηρήσει από απόσταση. Σε γνωστικό και συναισθηματικό επίπεδο, αυτή η διαδικασία λειτουργεί σαν ένα είδος συμφιλίωσης με την εμπειρία – όχι ως λύτρωση, αλλά ως δυνατότητα να την κοιτάξεις, να την ονομάσεις, να την εντάξεις στον βιογραφικό σου τοπίο. Κι εκεί, νομίζω, βρίσκεται η πραγματική θεραπευτική διάσταση της λογοτεχνίας.
Ποια είναι η πιο αληθινή στιγμή που έχετε ζήσει ως συγγραφέας;Οι πιο αληθινές στιγμή που έχω ζήσει ως συγγραφέας δεν αφορούν στη διαδικασία της γραφής, αλλά σε εκείνες τις στιγμές που οι ιστορίες μου συναντούν έναν άνθρωπο και κάτι μετακινείται μέσα του/της.
Θυμάμαι, για παράδειγμα, το «Η Λένα και η μέλισσα», ένα βιβλίο μου που μιλά για το πώς η αγάπη χωρά τόσο στα μεγάλα όσο και στα μικρά πράγματα. Αυτή η ιδέα – που ίσως ακούγεται αφηρημένη – λειτούργησε θεραπευτικά για ένα μικρό παιδί που είχε χάσει τη μητέρα του. Μετά την ανάγνωση του βιβλίου από τον πατέρα του, μοιράστηκε με τα παιδιά του σχολείου του ότι κουβαλούσε ένα μικρό κουτάκι με τα αγαπημένα λουλούδια της μητέρας του και ότι έτσι κουβαλούσε μαζί του την αγάπη της. Ακριβώς, γιατί η αγάπη μπορεί να χωρά και στα πιο μικρά. Εκεί κατάλαβα τι πραγματικά μπορεί να κάνει ένα παιδικό βιβλίο.
Κάτι ανάλογο βίωσα και με το, «Όταν μας άφησε η θάλασσα». Με συγκινεί βαθιά ότι επικοινωνούν μαζί μου όχι μόνο παιδιά αλλά και ενήλικες, ακόμη και άνθρωποι που έζησαν τα γεγονότα ως παιδιά, και μου εξομολογούνται ότι μέσα από το βιβλίο βρήκαν, επιτέλους, έναν τρόπο να μιλήσουν με τον παιδικό τους εαυτό. Αυτό, για μένα, είναι ίσως από τις πιο ουσιαστικές ανταμοιβές της γραφής.
Και υπάρχουν και πιο μικρές, αλλά εξίσου αληθινές στιγμές. Θυμάμαι μια συζήτηση σε ένα σχολείο, όταν μιλούσαμε για το βιβλίο μου «Ο Φοίβος και η φάλαινα». Ένα παιδί, αφού άκουσε την ιστορία, ήρθε και μου εκμυστηρεύτηκε τους δικούς του φόβους – όπως έκαναν και άλλα παιδιά σε πολλές αίθουσες όπου διδάχθηκε το βιβλίο, και με ρώτησε για τους δικούς μου. Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα ξανά πως η λογοτεχνία μπορεί να ανοίξει χώρους που δεν ανοίγουν αλλιώς. Αυτές οι συναντήσεις είναι για μένα από τις πιο αυθεντικές στιγμές της συγγραφής: όταν η ιστορία παύει να είναι απλώς κείμενο και γίνεται σχέση.
Πώς συνομιλεί το έργο σας με τις σύγχρονες κοινωνικές προκλήσεις της Κύπρου; Ή και του κόσμου.Το φαινόμενο κατά το οποίο τα παιδιά υποχρεώνονται μαζικά να ζουν χωρίς τους γονείς τους είναι διαχρονικό και παγκόσμιο. Από τα παιδιά που μετακινούνταν ασυνόδευτα από τις πόλεις προς την ύπαιθρο στη Μεγάλη Βρετανία για να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς των Ναζί, σε εκείνα στην Ιαπωνία που απομακρύνονταν για να προστατευθούν από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο· στα παιδιά που σήμερα παραμένουν ασυνόδευτα στη Γάζα εξαιτίας των βομβαρδισμών του ισραηλινού κράτους. Από τα παιδιά που μετακινούνταν ασυνόδευτα λόγω του ελληνικού και του ισπανικού εμφυλίου πολέμου στον 20ό αιώνα, έως εκείνα που αναγκάζονται να μετακινηθούν ασυνόδευτα λόγω του συριακού εμφυλίου πολέμου στον 21ο αιώνα.
Σήμερα, ειδικά, τα παιδιά δεν χωρίζονται από τους γονείς τους μόνο λόγω πολέμου, αλλά και εξαιτίας άλλων δεινών που επίσης γεννά ο άνθρωπος, όπως η φτώχεια, η εγκληματικότητα ή η κλιματική αλλαγή. Κάποια από αυτά τα παιδιά φτάνουν και στον δικό μας τόπο. Με άλλα λόγια, η ιστορία που αφηγείται το βιβλίο δεν είναι απομονωμένη στον χρόνο ή στον χώρο. Αποτελεί ένα μόνο παράδειγμα ενός φαινομένου που επαναλαμβάνεται κι ανάμεσα σε άλλα, μας καλεί να αναστοχαστούμε τόσο πάνω στις δικές μας ευθύνες σε σχέση με τους λόγους που τα παιδιά απομακρύνονται από τους γονείς τους όσο και στον τρόπο που εμείς στεκόμαστε απέναντι σε αυτά τα παιδιά.
Το βραβείο αυτό ήταν μια επιβράβευση στον εαυτό σας, ή και σε κάτι μεγαλύτερο από αυτό -στην απελευθέρωση μιας σημαντικής ιστορίας της Κύπρου στη δημόσια σφαίρα;Το βραβείο, φυσικά, ήταν μια χαρά και μια επιβράβευση της προσωπικής προσπάθειας – μιας διαδικασίας που κουβαλούσε έρευνα, συναισθηματική εμπλοκή και πολλή αμφιβολία. Αλλά το ένιωσα και ως κάτι πολύ μεγαλύτερο από εμένα. Σαν μια αναγνώριση ότι αυτή η ιστορία, μια ιστορία της Κύπρου που έμεινε στο περιθώριο, ιδίως από τη σκοπιά των παιδιών, βρήκε θέση στη δημόσια σφαίρα.
Και για μένα αυτό έχει ακόμη πιο βαθιά σημασία, γιατί η ιστορία αυτή δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Συνδέεται με τις ιστορίες των παιδιών που σήμερα βιώνουν πόλεμο, προσφυγοποίηση, μετανάστευση, που ταξιδεύουν ασυνόδευτα και κουβαλούν τραύματα που συχνά δεν ονομάζονται. Το να δοθεί χώρος στην εμπειρία των παιδιών του ‘74 είναι σαν να ανοίγεται ένας καθρέφτης για τα παιδιά του σήμερα, ένας τρόπος να πούμε ότι οι ιστορίες τους αξίζουν να ειπωθούν και να ακουστούν.
Αν το βραβείο συμβάλλει σε αυτό – στο να απελευθερωθεί μια μνήμη, να αναγνωριστεί η εμπειρία των παιδιών του τότε και να συνομιλήσει με την εμπειρία των παιδιών του τώρα – τότε η χαρά που φέρνει μεγεθύνεται. Δεν είναι μόνο επιβράβευση προς εμένα, αλλά προς την ίδια την ιστορία και προς όλα τα παιδιά που την έζησαν ή εξακολουθούν να τη ζουν σε άλλη μορφή σήμερα.
